ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ ΣΤΟΝ ΕΠΙΚΟΥΡΟ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΕΘΝΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΟΝ ΚΑΝΟΝΑ
Άλτας Δημήτρης
Τι σχέση μπορεί να έχει ιδρυτής της επιστημονικής ιστοριογραφίας και θεμελιωτής της Ρεαλιστικής Σχολής των Διεθνών Σχέσεων με τον Επίκουρο και την Φιλοσοφία του; Με την πρώτη ματιά καμία! Ο Θουκυδίδης είναι Ιστορικός και σχεδόν ένα αιώνα προγενέστερος του Επίκουρου που είναι Φιλόσοφος.
Είναι όμως έτσι;
Και οι δύο ανήκουν στο Ιστορικό γένος των Φυλαϊδών και είναι απευθείας απόγονοι του Μιλτιάδη και του Κίμωνα.
Οι Φυλαϊδες απέδιδαν την καταγωγή τους στον μυθικό ήρωα Φυλαίο, γιό του Αίαντα του Τελαμώνιου.
Ο πατέρας του Θουκυδίδη μάλιστα, ονομάζονταν Όλορος, είχε δηλαδή το όνομα του βασιλιά της Θράκης Όλορου, πατέρα της Ηγησιπύλης συζύγου του Μιλτιάδη, που σημαίνει ότι ο μεγάλος ιστορικός ήταν πιθανόν εγγονός του Μιλτιάδη.
Ο Διογένης ο Λαέρτιος βασίζεται στο «Περι Ευγενίας» σύγγραμμα του Μητρόδωρου για να βεβαιώσει ότι ο Επίκουρος ήταν Αθηναίος Πολίτης από τον Δήμο Γαργητού και ανήκε στο γένος των Φυλαϊδών.
Παρά την αριστοκρατική του καταγωγή, ο πατέρας του Επίκουρου Νεοκλής και η γυναίκα του Χαιρεστράτη, αναγκάστηκαν λόγω φτώχειας να μεταναστεύσουν κληρούχοι στην Σάμο, όπου γεννήθηκε και ο Επίκουρος.
Ο πλούτος των Φυλαϊδών προερχόταν από την εκμετάλλευση των ορυχείων της Θράκης, στην ηγεμονία που ίδρυσε ο Μιλτιάδης ο πρώτος, όταν τύραννος στην Αθήνα ήταν ο Πεισίστρατος.
Εκεί σαν εξόριστος, μετά την απώλεια της Αμφίπολης, που δεν πρόλαβε σαν στρατηγός να σώσει από τον Βρασίδα, κατά την πρώτη φάση του Πελοποννησιακού πολέμου, έγραψε την Ιστορία του ο Θουκυδίδης.
Την εποχή όμως του Νεοκλή, η περιοχή αυτή και τα ορυχεία είχαν περιέλθει στο Βασίλειο της Μακεδονίας του Φιλίππου οπότε οι Φυλαϊδες περιέπεσαν στην ανέχεια.
Υποθέτω ότι ο Επίκουρος δεν θα έπρεπε να συμπαθεί ιδιαίτερα τον Φίλιππο!
Ο Θουκυδίδης θαυμάζει τον Περικλή, αν και η οικογένειά του ανήκει στην αντίπαλη παράταξη και έχει δάσκαλους τον Αντιφώντα και τον Αναξαγόρα που είναι ο Φιλόσοφος που ο Επίκουρος σέβεται πάνω απ’ όλους όπως μας πληροφορεί ο Διογένης ο Λαέρτιος και που τον έχει επηρεάσει στην φιλοσοφία του παρά τις διαφωνίες του.
Ο Επίκουρος, αν και σπανίως αναφέρεται, επηρεάστηκε καθοριστικά στην δημιουργία του Κανόνα και την φυσική και ηθική του Φιλοσοφία, από τον ρεαλισμό και νατουραλισμό του προγόνου του.
Ο Θουκυδίδης είναι ο πρώτος που απορρίπτει μεταφυσικές εξηγήσεις και δεισιδαιμονικές προσεγγίσεις του ιστορικού γίγνεσθαι, αποκλείοντας την παρέμβαση των θεών στην έκβαση των ιστορικών γεγονότων, που τα ερμηνεύει σε καθαρά υλιστική βάση, αποδίδοντάς τα στην ανθρώπινη φύση, την επιδίωξη του συμφέροντος και τον συσχετισμό ισχύος.
Ο Επίκουρος και οι μεταγενέστεροι επικούρειοι, όπως ο Λουκρήτιος, χρησιμοποίησαν το έργο του Θουκυδίδη σαν κορυφαίο εμπειρικό παράδειγμα για να θεμελιώσουν τις θεωρίες τους για τον κόσμο και την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Ο Θουκυδίδης στην αρχή της Ιστορίας του κάνει μια τρόπον τινά αναδρομή στο παρελθόν της ανθρωπότητας, αναφέροντας πως στα πρώτα στάδια κυριαρχούσε η βαρβαρότητα και ο φόβος έως ότου οι άνθρωποι οργανωθούν σε κοινωνίες.
Ο Επίκουρος αποδέχεται όλη αυτήν την ανάλυση του Θουκυδίδη, προσθέτοντας ότι αυτή η οργάνωση βασίστηκε στο κοινωνικό συμβόλαιο του μη βλάπτειν ουδέ βλάπτεσθαι.
Η λεπτομερής, ακριβής και ρεαλιστική περιγραφή του λοιμού των Αθηνών από τον Θουκυδίδη, τόσο όσον αφορά την κλινική εικόνα και την πορεία της νόσου, όσο και τις ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις, αποτελεί για τον Επίκουρο και τον Λουκρήτιο την εναργέστερη απόδειξη της θεωρίας τους.
Οι επιδημίες δεν προέρχονται από την οργή των θεών αλλά έχουν υλική βάση, λογική εξήγηση και αποτελούν φυσικά φαινόμενα που πρέπει να αντιμετωπίζονται με ψυχραιμία στην βάση των πραγματικών δεδομένων.
Η δεισιδαιμονία η θρησκοληψία και οι θυσίες, δεν βοήθησαν κανένα στην διάρκεια της επιδημίας και τα ιερά γέμισαν με πτώματα πιστών που κατέφευγαν σ’ αυτά. Ο θάνατος δεν έκανε διακρίσεις ανάμεσα σε ευσεβείς και ασεβείς.
Ο φόβος του θανάτου και της οργής των θεών, παρέλυσε τους Αθηναίους και τους οδήγησε στην απελπισία, την ανομία, το κυνήγι της εφήμερης ηδονής, την διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου και την κοινωνική κατάρρευση.
Ο Λουκρήτιος στο έργο του “De rerum natura” όπου αναφέρεται στον λοιμό των Αθηνών, θα επιχειρήσει μία εξήγηση των επιδημιών, με βάση την ατομική θεωρία, για να αποκλείσει κάθε μεταφυσική εξήγηση του φαινομένου.
Υπάρχουν άτομα, λέει ο Λουκρήτιος, με συγκεκριμένο σχήμα και μέγεθος, που προκαλούν νόσο όταν εισέλθουν στο σώμα γιατί είναι ασύμβατα με την ανθρώπινη κράση και διαταράσσουν την ισορροπία των δικών μας ατόμων. Τα ονομάζει semina ( σπέρματα ) ή corpora ( σωματίδια )
Αυτά μπορεί να μεταφέρονται με τον αέρα από μακρινές περιοχές δίκην νέφους, ή να παράγονται στο έδαφος, όταν αυτό σαπίζει λόγω υπερβολικής υγρασίας και απελευθερώνονται στη συνέχεια στον αέρα.
Υπάρχουν βέβαια και κάποιες διαφορές στις αντιλήψεις του Θουκυδίδη και του Επίκουρου, ιδίως στην προσέγγιση της πολιτικής, που εξηγούνται όμως από το τελείως διαφορετικό διεθνές περιβάλλον που έζησαν οι δύο άνδρες, που απέχουν σχεδόν ένα αιώνα μεταξύ τους.
Αν και οι θέσεις τους φαίνονται εντελώς αντίθετες, τα κριτήρια τους ταυτίζονται αφού βασίζονται στον ρεαλισμό και τα πραγματικά δεδομένα της εποχής που ζει ο καθένας, μακριά από μεταφυσικές επιρροές.
Ο Θουκυδίδης, όπως φαίνεται στον «Επιτάφιο» του Περικλή, θεωρεί την ενασχόληση με τα κοινά απαραίτητη προϋπόθεση για την ευημερία, την ελευθερία και την ισχύ της πόλης. Θεωρεί τον πολίτη που δεν ασχολείται με τα κοινά «αχρείο». Είναι η εποχή της μεγάλης Αθηναϊκής ηγεμονίας.
Αντίθετα ο Επίκουρος ζει στα ερείπια του παλιού μεγαλείου, σε μια εποχή όπου οι αποφάσεις για την τύχη της πόλης παίρνονται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, ενώ η εκκλησία του Δήμου έχει καταντήσει να έχει διακοσμητικό ρόλο. Ο πολιτικός στην εποχή του, είτε θα είναι ανδρείκελο ξένων συμφερόντων, είτε θα παίζει κάθε στιγμή κορώνα-γράμματα την ελευθερία του ή το κεφάλι του.
Γι’ αυτό και συνιστά την αποχή από την πολιτική, που ούτως ή άλλως δεν μπορεί να ορίσει τις τύχες της πόλης, με σκοπό την εξασφάλιση της ψυχικής ηρεμίας και προσωπικής ασφάλειας, χωρίς όμως αυτή η σύσταση να αποτελεί δογματική θέση, ενώ φροντίζει να διατηρήσει την δημοκρατία μέσα στον Κήπο και να την εμβαθύνει, επεκτείνοντας την ισότητα και το σεβασμό σε όλα τα μέλη του, άνδρες, γυναίκες, παιδιά και δούλους, αντικαθιστώντας την έννοια του Πολίτη με αυτήν του Φίλου.
Επομένως είναι εμφανές ότι τόσο ο Θουκυδίδης όσο και ο Επίκουρος έχουν την ίδια υλιστική και ρεαλιστική οπτική απέναντι στον Κόσμο.
Ο Θουκυδίδης εξηγεί τα ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα, με βάσει την ανθρώπινη συμπεριφορά, τα συμφέροντα των διεθνών δρώντων, τον φόβο και την ισορροπία ισχύος, χωρίς αναφορές στην μοίρα ή σε θεϊκές παρεμβάσεις. Γι’ αυτό και θεωρείται ο θεμελιωτής της Ρεαλιστικής Σχολής των Διεθνών Σχέσεων.
Ο Επίκουρος διατυπώνει τον Κανόνα, που βασίζεται στις αισθήσεις και τα συναισθήματα της ηδονής και του πόνου, επιζητεί την απόδειξη και την μη αμφισβήτηση για να αποδεχτεί ή να απορρίψει μια θεωρία και ερμηνεύει την Φύση με βάσει τους φυσικούς νόμους, απορρίπτοντας αναπόδεικτους μύθους και δεισιδαιμονίες.
Μήπως και ο Θουκυδίδης δεν χρησιμοποίησε την μέθοδο της επιμαρτύρησης και μη αμφισβήτησης για να ελέγξει τις πηγές του πριν την διατυπώσει ο Επίκουρος;
Η επιρροή του Θουκυδίδη στον Επίκουρο είναι όπως αποδεικνύεται εμφανέστατη και αδιαμφισβήτητη. Δεν είναι τυχαίο που ο πρώτος καθιέρωσε την Επιστημονική Ιστοριογραφία και ο δεύτερος διατύπωσε τις γενικές αρχές της επιστημονικής έρευνας της Φύσης.
Το γένος των Φυλαϊδών πρωταγωνίστησε σε όλη την Ελληνική Αρχαιότητα δίνοντας διάσημους Στρατηγούς που δόξασαν και έσωσαν την Ελλάδα σε δύσκολες εποχές, τον κορυφαίο Ιστοριογράφο και θεωρητικό των Διεθνών Σχέσεων και τον Κορυφαίο Έλληνα Φιλόσοφο που επηρέασαν και συνεχίζουν να επηρεάζουν την πορεία της ανθρωπότητας έως και τις ημέρες μας.
