
Ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα βρίσκονται το λυκόφως και το λυκαυγές – στιγμές που δεν ανήκουν ούτε στο φως ούτε στο σκοτάδι, αλλά τιμούν και τα δύο ως συμπληρωματικές αποχρώσεις της φυσικής, απτής και κοινής μας πραγματικότητας. Και υπερβαίνουν – ή μάλλον διαψεύδουν – την αριστοτελική λογική του αποκλειόμενου μέσου, που οδηγεί σε διλήμματα και ψευδείς αναγκαιότητες. Η φύση δεν λειτουργεί έτσι· δεν αποκλείει, δεν αντιμάχεται. Διακρίνει, επιμετρά και επιτρέπει, και περιγράφεται μέσα από την επικούρεια φιλοσοφία που γίνεται βίωμα.
Η ιστορία της οικονομικής θεωρίας είναι γεμάτη από διαλεκτικές κατασκευές. Από τον Αριστοτέλη έως τον Μαρξ, και από τον Smith έως τον Mises, οι στοχαστές της οικονομίας αναζητούν την αξία, την ανταλλαγή, την εργασία, το κέρδος και τον πλούτο μέσα από συγκρουσιακές ή αφηρημένες λογικές. Η διαλεκτική, είτε ως ιδεαλιστική μέθοδος είτε ως υλιστική κινητήρια δύναμη, κυριαρχεί ως εργαλείο ανάλυσης. Όμως, αυτή η κυριαρχία πάντα είχε και έχει ένα τίμημα: δεν οδηγεί σε κάποιο σαφές συμπέρασμα για το πώς πρέπει να ζήσουν οι άνθρωποι έναν πραγματικά ευδαιμονικό βίο.
Η διαλεκτική οδηγεί συνήθως σε κάποια αμείλικτη αναγκαιότητα. Η αντίθεση πρέπει να υπερβαθεί, η ιστορία να κινηθεί, η εργασία να αλλοτριωθεί και να απελευθερωθεί. Όμως, η φύση δεν υπακούει σε αναγκαιότητες. Λειτουργεί με πιθανότητες, όχι με σκοπούς. Η Φύση δεν έχει πρόθεση, δεν σώζει, δεν διακρίνει, δεν προνοεί· απλώς επιτρέπει – μέσω της παρέγκλισης – εκείνη την εκτροπή που καθιστά δυνατή την ελευθερία.
Έτσι, o επικούρειος άνθρωπος μελετώντας τη Φύση, μέσω της φρόνησης, εισάγει σκοπό στην ηθική: την ηδονή ως μέτρο του κάθε αγαθού, την αποφυγή του περιττού πόνου, και την επιδίωξη της ευδαιμονίας – ενός βίου με πληρότητα, θεμελιωμένου στον σκοπό της ηδονής και της απουσίας φόβου.
Ο Επικούρειος Κανόνας — αυτός ο θησαυρός της επιστημολογίας — δεν είναι προϊόν διαλεκτικής υπέρβασης. Είναι κατάκτηση της φρόνησης, με όλα όσα έμαθε και συνεχίζει να μαθαίνει ο άνθρωπος μέσα από τις εμπειρίες του. Είναι ο πλεοναχός τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος παρατηρεί, μετρά και διερευνά τις αιτίες των φαινομένων καθώς αυτά εκτυλίσσονται.
Κι εδώ αναδύεται ο αληθινός πλούτος της αυτάρκειας — που δεν είναι απλώς επιλογή, αλλά παρέκκλιση. Είναι η πλήρης, συνειδητή και εμπειρική γνώση του τι είναι φυσικό και αναγκαίο στην ανθρώπινη ζωή. Είναι οντολογική ελευθερία από την ανάγκη — όχι απόρριψη της ύλης, αλλά κατανόηση του μέτρου της.
Και αυτό το μέτρο δεν είναι ποσότητα, αλλά η ποιότητα της σχέσης με τα πράγματα — η σχέση που δημιουργεί ο ίδιος ο άνθρωπος. Όπως ακριβώς το είπε ο Πρωταγόρας:
«Πάντων χρημάτων (πραγμάτων) μέτρον ἄνθρωπος».
Είναι η φρόνηση που επιμετρά την ηδονή και την ταραχή – όχι η αποφυγή της έντασης, αλλά η επιλογή του φυσικού και του ωφέλιμου. Διότι ακόμη και το μέτρο χωρίς φρόνηση γίνεται ασάφεια, και η ασάφεια οδηγεί στη μετριότητα της θολούρας. Η επικούρεια φρόνηση δεν είναι μέτρια. Είναι ακριβής, γενναιόδωρη και ελεύθερη. Είναι μεγάλη και σπουδαία, όπως παραινεί ο ίδιος ο Επίκουρος και στην προσφώνηση 45 και στον χαιρετισμό του με το: «Εὖ πράττειν καὶ Σπουδαίως ζῆν». Η τέχνη του βίου είναι να διακρίνει κανείς καθαρά το ωφέλιμο από το βλαβερό διότι, το να ζήσει κανείς καλά και να πεθάνει καλά – είναι ένα και το αυτό.
Ο Επίκουρος, στην προσφώνηση XLIV (44), κάνει λόγο «περί αυτάρκειας», τονίζοντας καθαρά και ξάστερα:
«Ο σοφός εις τα αναγκαία συγκριθείς μάλλον επίσταται μεταδιδόναι ή μεταλαμβάνειν, τηλικούτον αυτάρκειας ευρέ θησαυρόν»
Δηλαδή,
«Όταν ο σοφός περιοριστεί στα αναγκαία, γνωρίζει περισσότερο να προσφέρει παρά να παίρνει, τέτοιο μεγάλο θησαυρό αυτάρκειας βρήκε».
Η αυτάρκεια είναι η δυνατότητα να προσφέρεις χωρίς να εξαρτάσαι από υστερόβουλα κίνητρα. Είναι η πράξη φιλίας και ελευθερίας, όχι μια απλή στρατηγική της επιβίωσης.
Αυτή η στάση της αυτάρκειας δεν είναι μόνο επικούρεια. Αντηχεί βαθιά στον Επιτάφιο του Περικλή, όπως μας τον παραδίδει ο μεγάλος μας ιστορικός, Θουκυδίδης. Εκεί, η αρετή της φιλίας δεν είναι ανταπόδοση, είναι προσφορά χωρίς υστερόβουλο υπολογισμό. Η φιλία δεν είναι χρέος, είναι ανάμνηση ευεργεσίας. Η ελευθερία δεν είναι συμφέρον, είναι εμπιστοσύνη που διαρκεί – είναι η διαχρονική ποιότητα που υπερέχει κι έτσι, η φιλία γίνεται αθάνατο αγαθό.
«Πιο γενναίοι από όλους είναι όσοι γνωρίζουν με σαφήνεια ποιες είναι οι συμφορές και ποια τα ευχάριστα της ζωής, κι όμως η γνώση αυτή δεν τους κάνει να αποφεύγουν τους κινδύνους. Εμείς τους φίλους τους αποκτάμε μάλλον ευεργετώντας παρά ευεργετούμενοι. Βοηθάμε τον άλλον χωρίς ανησυχία, από την εμπιστοσύνη που εμπνέει η ελευθερία». (Περικλέους επιτάφιος λόγος)
Η φρόνηση του σοφού και η πολιτική αρετή του Περικλή συμφωνούν στο ουσιώδες: Με τη φιλία, φροντίζεις χωρίς υστεροβουλία, αλλά όχι χωρίς επιμέτρηση. Η φιλία έχει φρόνηση, και η φρόνηση επιμετρά. Στην αρχή παίρνεις ρίσκο, προσφέρεις, δοκιμάζεις, εμπιστεύεσαι. Μα όταν η φιλία θεμελιωθεί, μετριέται στις παρουσίες. Όπως λέει ο Επίκουρος, η φιλία προτιμάται καθαυτή, ακόμη κι αν ξεκινά από την αμοιβαία ωφέλεια.
Οι Σπαρτιάτες, με την αυστηρή τους πειθαρχία και την κλειστή τους κοινωνία, έπεσαν στην Θουκυδίδεια παγίδα – εκεί όπου η δύναμη του άλλου σε κάνει να ζήσεις με ανησυχία και ταραχή. Δεν άντεξαν την παρουσία μιας κοινωνίας που δεν μπορούσαν να ελέγξουν, μιας πόλης που ευημερούσε χωρίς να φοβάται, που πρόσφερε χωρίς να υποτάσσει, και που ελευθερωνόταν μέσω της φιλίας και της παρρησίας. Και βρέθηκαν οι αφορμές να ξεκινήσει ένας καταστροφικός πόλεμος. Και όμως, κάποια στιγμή δεν ήταν η στρατηγική που έκρινε τον πόλεμο, ήταν ο λοιμός. Ο αόρατος ιός του τύφου έγινε ο Μέγας στρατηγός της Ιστορίας, και ο Πάνοπλος Άρης, θεός του πολέμου, απλώς ακολούθησε. Η σωτηρία δεν ήρθε από την ισχύ των όπλων, ήρθε από την φρόνηση, την φιλία, το ανθρώπινο ενδιαφέρον και την φροντίδα.
Ο Λουκρήτιος, στο τέλος του έκτου βιβλίου του De Rerum Natura, το λέει με επικούρεια τραγικότητα: Η φύση δεν έχει πρόθεση, δεν κάνει διακρίσεις, δεν σώζει, απλώς επιτρέπει την παρέγκλιση.
Απέναντι σε αυτή την αδιαφορία της Φύσης, η μόνη σωτηρία είναι η φιλία και η φρόνηση. Όπως λέει ο Φιλόδημος: «δια αλλήλων σώζεσθε», όχι με στρατηγήματα δηλαδή, με τεχνάσματα που επιβάλλουν κυριαρχική παρουσία, αλλά με τη συναίσθηση του ανθρώπινου ενδιαφέροντος. Η φρόνηση, όταν πιθανολογεί, σταθμίζει και επιμετρά, είναι πράξη φροντίδας. Όχι, με μεταφυσικές υπερβάσεις ή με παρουσία που πραγματώνεται με λόγια του αέρα, αλλά με ανθρώπινες – έως και πανανθρώπινες – πράξεις.
Όπως πανανθρώπινη πράξη ήταν και εκείνη η τεραστίου μεγέθους επιγραφή – που στήθηκε εν μέσω μιας κεντρικής Αγοράς – από τον επικούρειο Διογένη τον Οινοανδέα. Μια φροντίδα χαραγμένη – όχι μόνο για τους αγέννητους – αλλά και για τους παρόντες ζωντανούς, τους πλανημένους, τους φοβισμένους, για όσους αναζητούν την ευδαιμονία, με γνώσεις που θεραπεύουν τον φόβο και διαλύουν τις δεισιδαιμονίες που προξενούν στους ανθρώπους τις μεγαλύτερες συγκρουσιακές ταραχές. Η επιγραφή του Διογένη Οινοανδέα πατούσε κι εκείνη γερά πάνω στα βήματα του Ιστορικού Θουκυδίδη, ο οποίος επισημαίνει με λόγια απλά, σαφή και κατανοητά :
«Ο αποκλεισμός του μυθώδους από την Ιστορία μου ίσως την καταστήσει λιγότερο τερπνή ως ακρόαμα. Θα μου είναι όμως αρκετό, εάν το έργον μου κρίνουν ωφέλιμο όσοι θελήσουν να έχουν ακριβή αντίληψη των γεγονότων, όσα έχουν ήδη λάβει χώρα, και εκείνων τα οποία κατά την ανθρώπινη φύση μέλλουν να συμβούν περίπου όμοια. Διότι την Ιστορία μου την έγραψα ως θησαυρό παντοτινό και όχι ως έργον προορισμένο να υποβληθή σε διαγωνισμό και ν᾽ αναγνωσθή, και να ακουστεί από τους πολλούς, για να λησμονηθή μετ᾽ από λίγο».
Στον Δυτικό Κόσμο, η πολιτική της οικονομίας έχει μετατραπεί σε σύστημα διαχείρισης, σε τεχνοκρατική επιβολή, σε μηχανισμό που αποσυνδέεται από τον άνθρωπο. Και καθώς ο φιλοσοφικός λόγος σιωπά, και οι ανθρώπινες αξίες τείνουν να καταρρεύσουν μαζί του, ο ίδιος ο κόσμος αρχίζει να χάνει το νόημά του. Όμως η φρόνηση – εκείνη η ρίζα των αρετών που δεν διαπραγματεύεται τη ζωή, αλλά την φροντίζει — μπορεί ακόμη να καθοδηγήσει την πολιτική της οικονομίας προς το ασφαλές λιμάνι της ευδαιμονίας.
Η πολιτική της οικονομίας, όταν καθοδηγείται από τη φρόνηση — τη ρίζα όλων των αρετών, που κατά τον Επίκουρο υπερέχει της φιλοσοφίας, γιατί την μετατρέπει σε πράξη με ουσιαστικό νόημα, με κριτήριο την ηδονή σε κάθε αγαθό — και, προπάντων, με σεβασμό στις ανθρώπινες αξίες – μοιάζει με έναν σοφό Καπετάνιο σε πλοίο που πλέει προς το ασφαλές λιμάνι της ανθρώπινης ευδαιμονίας.
Η ευδαιμονία είναι και θα είναι πάντα εκείνη η Ιθάκη του Καβάφη — που μπορεί να σου φάνηκε φτωχική, αλλά δεν σε γέλασε, γιατί σου έδωσε το ωραίο ταξίδι.
Μια τέτοια πολιτική της οικονομίας δεν μπορεί να γίνει σύστημα, δεν μετατρέπεται σε θεωρία, δεν εκπίπτει ποτέ σε τεχνοκρατική ή γραφειοκρατική πρόταση για να κάνουμε το λεγόμενο «good business».
Είναι τρόπος γνήσιας ηδονικής ζωής — και η ζωή είναι κάτι που δεν διαπραγματεύεται.
Κι αν υπάρχει μια τελευταία λέξη, ας την γράψουμε εδώ με ανεξίτηλα γράμματα και σε κάθε τοίχο της πόλης:
Η τελευταία λέξη ΔΕΝ είναι η υπέρβαση — εκείνη η πλατωνική ανάβαση προς το νοητό, που αποζητά την τελείωση έξω από τον κόσμο.
Είναι η παρουσία — με σώμα και ψυχή, στο εδώ και στο κοινά πραγματικό. Γιατί μέσα από την παρουσία μεταδίδεται η γνώση — όχι ως πληροφορία, αλλά ως βίωμα. Όχι ως κυριαρχία εξουσίας που απαιτεί υποταγή, αλλά ως σχέσεις που εμπνέουν εμπιστοσύνη. Όχι ως σωτηρία από έναν επίγειο ή υπερφυσικό σωτήρα, αλλά ως σωτηρία εντός αυτού του κόσμου και δια των άλλων — εκείνων των ἀλλήλων που ο πολιτικός Περικλής τίμησε ως πολίτες, και ο τραγικός Σοφοκλής ύμνησε ως ὑψιπολεῖς — πολίτες που ανυψώνουν την πόλη με την παρουσία, τη φροντίδα, τη διαύγεια, τη δικαιοσύνη και την εντιμότητα.
Σε αντίθεση με τους ὑψιπολεῖς στέκονται οι ἄπολεις — εκείνοι που δεν ανήκουν πουθενά, που δεν φροντίζουν την πόλη ούτε κατοικούν με παρουσία. Σε αντίθεση με τους στωϊκούς κοσμοπολίτες που ισχυρίζονται ότι αγαπούν όλη την ανθρωπότητα αλλά τελικά δεν αγαπούν κανέναν συγκεκριμένα, οι ὑψιπολεῖς ξεκινούν από το μικρό και το οικείο. Γιατί αν δεν μπορείς να αγαπήσεις την εγγύτητα της δικής σου πόλης, πώς μπορείς να αγαπήσεις αληθινά το απέραντο του κόσμου;
Και πέρα από τη δημόσια σκηνή, μέσα από τις στάχτες του Βεζούβιου, ο Επικούρειος Φιλόδημος απευθύνθηκε στον άνθρωπο όχι ως υπήκοο της πόλης, αλλά ως φίλο ανάμεσα σε φίλους — με λόγο φιλίας, παρρησίας και φροντίδας. Έναν λόγο που οδηγεί τον άνθρωπο στην πληρότητα της ευδαιμονίας.
Διότι όταν έχουμε την ευδαιμονία, έχουμε τα πάντα· και όταν αυτή απουσιάζει, κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε. Έτσι αρχίζει και τελειώνει η επιστολή του Επίκουρου προς τον Μενοικέα.
Κι αν ο αγαπητός μας Νίτσε μίλησε για τον ελληνικό πολιτισμό ως το άλμα του Αχιλλέα – εκείνο το πήδημα του ηνιόχου που ξεπερνά την άβυσσο – εμείς το αναγνωρίζουμε ως την επικούρεια παρέκκλιση (clinamen): τη μικρή, απροσδιόριστη στροφή που σπάει την αναγκαιότητα και καθιστά δυνατή την ελευθερία.
Όχι το amor fati, αποδοχή της μοίρας ως τελικής αλήθειας· αλλά clinamen vitae — η κλίση προς το βίωμα, προς την παρουσία, προς τη φροντίδα εντός του κόσμου και δια των άλλων.
Η Clinamen Vitae είναι η επικούρεια παρέκκλιση του έξυπνου Οδυσσέα: η λεπτή εκτροπή που τον κρατά άνθρωπο, παρόντα, φροντιστικό, θνητό αλλά ελεύθερο. Μια φράση που συνοψίζει την αντίστασή του στις ηδονιστικές μαγείες της Κίρκης και την άρνησή του στην αθανασία της Καλυψούς — όπως το λέει ο Επίκουρος:
«Έτσι η επίγνωση ότι ο θάνατος είναι ένα τίποτα για μας, κάνει απολαυστική την θνητή ζωή μας — όχι επειδή προσθέτει άπειρο χρόνο σ’ αυτήν, αλλά γιατί αφαιρεί τον πόθο της αθανασίας.»
Γιατί η ζωή δεν είναι να την αγαπάς απλώς επειδή δεν μπορείς να την αλλάξεις· είναι να παρεκκλίνεις μέσα σε αυτήν — επειδή αξίζει να την ζήσεις, αφού είναι μία και μοναδική, και δεύτερη δεν υπάρχει στον αιώνα τον άπαντα.
Ευχαριστώ για τον πολύτιμο χρόνο σας! 😉
——————————————————————————————

Η παρέκκλιση ως καλλιτεχνική παρουσία — ήχος χωρίς εκτελεστή, ελευθερία χωρίς εντολή.
https://www.pinaultcollection.com/en/boursedecommerce/celeste-boursier-mougenot
Μετάφραση της ιστοσελίδας:
Clinamen — Μια ακουστική και υδάτινη εγκατάσταση
Η Bourse de Commerce – Pinault Collection (μουσείο σύγχρονης τέχνης στο Παρίσι) αγκαλιάζει τα χρώματα του καλοκαιριού με το Clinamen, μια υδάτινη και μουσική εγκατάσταση του Céleste Boursier-Mougenot. Το έργο μεταμορφώνει τη Ροτόντα του μουσείου σε χώρο ονειροπόλησης, όπου μια λεκάνη διαμέτρου 18 μέτρων γεμισμένη με νερό αντανακλά τον ουρανό που φαίνεται μέσα από τον θόλο.
Λευκά κεραμικά μπολ επιπλέουν στην μπλε επιφάνεια, παράγοντας μελωδικούς και μαγευτικούς ήχους καθώς ένα ελαφρύ ρεύμα τα ωθεί. Οι ακουστικές αυτές δονήσεις, χωρίς καμία παρέμβαση εκτελεστή, αποτελούν την καρδιά του έργου — μια αληθινή συμφωνία της στιγμής που εξελίσσεται με τη ροή αόρατων κυμάτων.
Το έργο ανήκει σε μια παράδοση όπου ο ήχος γίνεται ζωντανό υλικό, απελευθερωμένο από τους περιορισμούς της μουσικής όπως την αντιλαμβανόμαστε συνήθως. Ο επισκέπτης καλείται να συμμετάσχει ενεργά στην εμπειρία.
Ο τίτλος Clinamen προέρχεται από την επικούρεια φυσική και αναφέρεται στην τυχαία κίνηση των ατόμων — μια έννοια που συντονίζεται με την απρόβλεπτη και συνεχώς μεταβαλλόμενη φύση του έργου. Κάθε στιγμή της εγκατάστασης είναι μοναδική, προσφέροντας μια αισθητηριακή και χρονική εμπειρία που ανανεώνεται συνεχώς.
Ο καλλιτέχνης φέρνει τον επισκέπτη αντιμέτωπο με την απέραντη στιγμή όπου ο χρόνος μοιάζει να αναστέλλεται. Το έργο του διερευνά το όριο ανάμεσα στην τέχνη και την καθημερινότητα. Τα επαναχρησιμοποιημένα αντικείμενα — όπως τα μπολ — μεταμορφώνονται σε εκλεπτυσμένα όργανα που παράγουν ήχους χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.
Η Bourse de Commerce γίνεται χώρος ακρόασης και στοχασμού, όπου κάθε θεατής καλείται να εξερευνήσει τη δική του σχέση με τον χρόνο και τον ήχο. Μέσα από αυτή την εγκατάσταση, ο Boursier-Mougenot εγκαινιάζει έναν λεπτό διάλογο ανάμεσα στην ύλη, την αρχιτεκτονική και την ανθρώπινη παρουσία — δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η τέχνη είναι ταυτόχρονα ατομική και συλλογική εμπειρία.
Αν θέλεις, μπορούμε να ενσωματώσουμε αυτό το κείμενο ως παράλληλη μαρτυρία στο δοκίμιό σου, ή να σχεδιάσουμε μια εικαστική παραλλαγή του Clinamen Vitae με στοιχεία από την εγκατάσταση. Εσύ κρατάς το φως.
Βιογραφικό του Céleste Boursier-Mougenot
Γεννημένος το 1961 στη Νίκαια, ο Céleste Boursier-Mougenot ζει και εργάζεται στη Σετ. Τα έργα του, τα οποία εκτίθενται σε χώρους σύγχρονης τέχνης εδώ και τριάντα χρόνια, τόσο στη Γαλλία όσο και διεθνώς, πρέπει να ιδωθούν πρωτίστως ως έργα ενός μουσικού.
Αφού υπήρξε συνθέτης για την ομάδα του συγγραφέα και σκηνοθέτη Pascal Rambert, Side One—Posthume Théâtre, από το 1985 έως το 1994, ο Boursier-Mougenot άρχισε να δίνει ανεξάρτητη μορφή στη μουσική του δημιουργώντας εγκαταστάσεις. Ξεκινώντας από τις πιο ποικίλες καταστάσεις και αντικείμενα, από τα οποία εξάγει το μουσικό τους δυναμικό, αναπτύσσει συστήματα που επεκτείνουν την έννοια της μουσικής παρτιτούρας σε ετερόδοξες διαμορφώσεις των υλικών και των μέσων που χρησιμοποιεί, ώστε να παράγει —συνήθως ως ζωντανή εμπειρία— μορφές ήχου που ο ίδιος περιγράφει ως «ζωντανές».
Δημιουργημένα σε συντονισμό με τα αρχιτεκτονικά και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά του εκθεσιακού χώρου, κάθε σύστημα προσφέρει το ιδανικό πλαίσιο για μια εμπειρία ακρόασης που, προσφερόμενη στα μάτια και τα αυτιά του επισκέπτη, αποκαλύπτει τη διαδικασία παραγωγής της μουσικής.
Ο Céleste Boursier-Mougenot εκπροσώπησε τη Γαλλία στην 56η Μπιενάλε της Βενετίας το 2015. Εκπροσωπείται από την γκαλερί Paula Cooper στη Νέα Υόρκη, τη Galerie Xippas στο Παρίσι, τη Γενεύη, το Μοντεβιδέο και την Αθήνα, καθώς και από τη γκαλερί Mario Mazzoli στο Βερολίνο και τη Μόντενα.
Τα έργα του έχουν παρουσιαστεί στην Pinacoteca του Σάο Πάολο (2009), στο Barbican Centre του Λονδίνου (2010), στην Εθνική Πινακοθήκη της Βικτώριας στη Μελβούρνη (2013), στο Palais de Tokyo στο Παρίσι και στο Centre Pompidou-Metz (2015), στο SFMoMA του Σαν Φρανσίσκο (2017), στην Hab Galerie για το Le Voyage à Nantes (2018), στα εγκαίνια του Μουσείου Arter του Ιδρύματος Vehbi Koç στην Κωνσταντινούπολη (2019), και στα εγκαίνια του νέου μουσείου της Κεντρικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών στο Langfang της Κίνας (2021).